Τρία πουλάκια κάθονταν ψηλὰ 'ς τὴν Χαλκουμάτα Το 'να τηράει τὴν Λιβαδιὰ καὶ τ' ἄλλο τὸ Ζητοῦνι Το τρίτο τὸ καλλίτερο μοιρολογάει καὶ λέει · « Πολλή μαυρίλα πλάκωσε , μαύρη σαν καλιακοῦδα, Μὴν ὁ Καλύβας ἔρχεται, μὴν ὁ Λεβεντογιάννης ; - Νοὐδ' ὁ Καλύβας ἔρχεται, νοὐδ' ὁ Λεβεντογιάννης , Ὀμὲρ Βρυόνης πλάκωσε μὲ δεκαοκτὼ χιλιάδες» . _______________________________________________________________________________ Ὁ Διᾶκος σὰν τ' ἀγροίκησε , πολύ τοῦ κακοφάνη . Ψιλή φωνὴν ἐσήκωσε , τὸν πρῶτο του φωνάζει · « Τὸν ταϊφά μου σύναξε, μάσε τὰ παλληκάρια, Δῶσ' τους μπαρούτη περισσὴ καὶ βόλια μὲ τοῖς χούφταις, Γλήγορα καὶ νὰ πιάσουμε κάτω 'ς τὴν Ἀλαμάνα , Ποῦ 'ναι ταμπούρια δυνατὰ κι ὄμορφα μετερίζια ». _________________________________________________________________________________ Παίρνουνε τ' ἀλαφρὰ σπαθιὰ καὶ τὰ βαριὰ τουφέκια, 'Σ τὴν Ἀλαμάνα φθάνουνε καὶ πιάνουν τὰ ταμπούρια · « Καρδιὰ παιδιὰ μου, φώναξε , παιδιὰ μην φοβηθῆτε, Σταθῆτ' ἀντρειωμένοι σὰν Γραικοὶ καὶ σὰν Ρωμιοὶ σταθῆτε ». __________________________________________________________________________________ Ψιλὴ βροχούλαν ἔπιασε κ' ἕνα κομμάτι ἀντάρα , Τρία γιουρούσιαν ἔκαμαν τὰ τρὶα ἀράδα-ἀράδα . Ἔμεινε ὁ Διᾶκος 'ς τὴν φωτιὰ μὲ δεκαοκτώ λεβέντες , Τρεῖς ὥρες ἐπολέμαε δεκαοκτώ χιλιάδες . Βουλῶσαν τὰ κουμπούρια του κι ἀνάψαν τὰ τουφέκια Κι ὁ Διᾶκος ἐξεσπάθωσε καὶ 'ς τὴν φωτιὰ χουμάει . 'Ξῆντα ταμπούρια χάλασε κι επτὰ μπουλουκμπασίδες , Καὶ τὸ σπαθί του κόπηκε ἀνάμεσα ἀπ'τὴν χούφτα, Καὶ ζωντανὸ τὸν ἔπιασαν καὶ 'ς τὸν πασᾶ τὸν πάνουν . _________________________________________________________________________________ Χίλιοι τὸν πάν' ἀπὸ μπροστὰ καὶ χίλιοι ἀπὸ κατόπι, Κι ὁ Ὀμέρ Βρυόνης μυστικὰ 'ς τὸν δρόμο τὸν ἐρώτα · « Γίνεσαι Τοῦρκος , Διᾶκο μου, τὴν πίστη σου ν' ἀλλἀξεις , Νὰ προσκυνήσεις 'ς τὸ τζαμί, τὴν ἑκκλησιὰ ν' αφήσεις ; » Κι' ἐκεῖνος τ' ἀποκρίθηκε καὶ μὲ θυμὸν τοῦ λέγει · « Πάτε καὶ 'σεῖς καὶ ἡ πίστη σας , μουρτάταις νὰ χαθῆτε ! Ἐγὼ Ρωμιὸς γεννήθηκα, Ρωμιὸς θέλ' ἀποθάνω ».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου