Ποίημα «Ἄξιόν ἐστι » για το μέτωπο της Πίνδου (1940-41) ,ανάγνωση και επιτυχημένη μελοποίηση σημαντικού μέρους . _______________________________________________________________________________ Ποίημα-«Ἄξιόν ἐστι » Συγγραφέας - Οδυσσέας Αλεπουδέλης (Ελύτης ψευδώνυμo) Έκδοση 1959 . Νόμπελ Λογοτεχνίας 1979 Θέμα -Πολεμικό μέτωπο της Πίνδου, Ελληνο-Ιταλικού πολέμου 1940-41 Μελοποίηση - Μιχαήλ (Μίκης) Θεοδωράκης (1964 ). Ερμηνεία - Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Ανδρέας Κουλουμπής. Αφηγητής - Εμμανουήλ (Μάνος) Κατράκης. ________________________________________________________________________________ Στὴν ἀρχὴ τὸ φῶς καὶ ἡ ὤρα ἡ πρώτη - ¹ Ποὺ τὰ χείλη ἀκόμη στὸν πηλὸ -δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου . Αἷμα πράσινο καὶ βολβοὶ στὴ γῆ χρυσοὶ -πανωραία στὸν ὕπνο της ἅπλωσε καὶ ἡ θάλασσα Γάζες αἰθέρος τὶς ἀλεύκαντες - κάτω ἀπ' τὶς χαρουπιὲς καὶ τοὺς μεγάλους ὄρθιους φοίνικες . Ἐκεῖ μόνος ἀντίκρυσα τὸν κόσμο κλαίγοντας γοερὰ. Ἡ ψυχὴ μου ζητοῦσε σηματωρὸ καὶ κήρυκα . Εἶδα τὀτε θυμᾶμαι τὶς τρεῖς μαῦρες γυναῖκες - Νὰ σηκώνουν τὰ χέρια κατὰ τὴν ἀνατολὴ - Χρυσωμένη τὴ ράχη τους -καὶ τὸ νέφος ποὺ ἄφηναν λίγο-λίγο σβήνοντας δεξιὰ Καὶ φυτὰ σχημάτων ἄλλων . Ἦταν ὁ ἥλιος μὲ τὸν ἄξονά του μέσα μου - πολυάχτιδος ὅλος ποὺ καλοῦσε. _________________________________________________________________________________ Στὸν πηλὸ τὸ στόμα μου ἀκόμη -καὶ σὲ ὀνόμαζε ρόδινο νεογνὸ στικτὴ πρώτη δροσιὰ , Κι ἀπὀ τότε σοῦ 'πλαθε βαθιὰ στὰ χαράματα - τὴ γραμμὴ τῶν χειλιῶν καὶ τὸν καπνὸ τῆς κόμης Τὴν ἄρθρωση σοῦ 'δινε καὶ τὸ λάμδα καὶ τὸ ἔψιλον - τὴν ἀέρινη ἄσφαλτη περπατηξιὰ, ¹ Κι ἀπ' τὴν ἴδια ἐκείνη στιγμὴ μέσα μου ἀνοίγοντας - ἄγνωστη φυλακὴ φαιὰ , κι ἄσπρα πουλιὰ Στὸν αἰθέρα ἐρίζοντας ἀνέβηκαν ,κι ἔνοιωσα - πὼς γιὰ σένα τὰ αἵματα , γιὰ σένα τα δάκρυα Στοὺς αἰῶνες , τὸ πάλεμα το φριχτὸ καὶ τὸ ὑπέροχο - ἡ σαγήνη γιὰ σένα καὶ ἠ ὀμορφιὰ . Στὰ πνευστὰ τῶν δένδρων , καὶ κρούοντας ὁ πυρρίχιος - δόρατα καὶ σπαθιὰ νὰ λὲς ἄκουσα ἐσὺ · Μυστικὰ προστάγματα καὶ παρθενοβίωτα - μὲ τὴν ἔκλαμψη πράσινων ἀστέρων λόγια , Καὶ πάνω ἀπ' τὴν ἄβυσσο αἰωρούμενη γνώρισα - «Τοῦ σπαθιοῦ σου τὴν κόψη τὴν τρομερὴ ». ² ______________________________________________________________________________ Η Πορεία προς το Μέτωπο.Ξημερώνοντας τ' Ἁγιαννιού μὲ τὴν αὔριο τῶν Φώτων Λάβαμε τὴν διαταγὴ νὰ κινήσουμε πάλι μπροστά -γιά τὰ μέρη ὅπου δὲν έχει καθημερινὲς καὶ σκόλες . Ἔπρεπε λέει νὰ πιάσουμε τὶς γραμμὲς ποὺ κρατούσανε -ὡς τότε οἱ Ἀρτινοί ἀπὸ Χειμάρα ὡς Τεπελένι. Λόγω ποὺ ἐκεῖνοι πολεμούσανε ἀπ' τὴν πρώτη μέρα,συνέχεια Κι εἶχαν μείνει οἱ μισοὶ καὶ δὲν ἀντέχανε ἄλλο ... ¹ _________________________________________________________________________ Οἱ ἡμιονηγοὶ καὶ τὰ πρόσωπά τους χλωμὰ - καὶ ξεφόρτωναν τὴ ρέγγα καὶ τὸ χαλβὰ Κοιτάζοντας νὰ ξετελέψουν - μία ὥρα ἀρχύτερα καὶ νὰ φύγουνε , Ὅτι δὲν ἤτανε μαθημένοι - καὶ τοὺς ἐτρόμαζε το βρόντισμα στὰ βουνὰ Καὶ τὸ μαῦρο τὸ γένι - στὴ φαγωμένη τὴν ὄψη μας . ____________________________________________________________________________ Ἕνα τό χελιδόνι κι ἡ Ἄνοιξη ἀκριβή ¹ Γιά νά γυρίσει ό Ἥλιος θέλει δουλειά πολλή ² Θέλει νεκροί χιλιάδες νά 'ναι στούς τροχούς Θέλει κι οἱ ζωντανοί νά δίνουν τό αἷμα τους . Θέ μου Πρωτομάστορα μ' ἔχτισες μέσα στά βουνά ³ Θέ μου Πρωτομάστορα μ' ἔκλεισες μέσ' τήν θάλασσα. Πάρθηκεν ἀπό μάγους τό σώμα τοῦ Μαγιοῦ ⁴ Τό ΄χουνε θάψει σ' ἕνα μνῆμα τοῦ πέλαγου Σ'ἕνα βαθύ πηγάδι , τό ἔχουνε κλειστό Μύρισε τό σκοτάδι κι ὅλη ἠ ἄβυσσος. ⁵ Θέ μου Πρωτομάστορα μέσα στίς πασχαλιές καί Σύ ⁶ Θέ μου Πρωτομάστορα μύρισες τήν Ἀνάσταση . Σάλεψε σὰν τὸ σπέρμα σὲ μήτρα σκοτεινὴ Τὸ φοβερὸ τῆς μνήμης ἔντομο μέσ' τὴν γῆ . Κι ὅπως δαγκώνει ἀράχνη δάγκωσε τὸ φῶς Ἔλαμψαν οἱ γιαλοὶ κι ὅλο τὸ πέλαγος . Θέ μου Πρωτομάστορα μ' ἔζωσες τὶς ἀκρογιαλιὲς Θέ μου Πρωτομάστορα στὰ βουνὰ μὲ θεμελίωσες . ________________________________________________________________________________ Τὰ θεμέλιά μου στὰ βουνὰ καὶ τὰ βουνὰ σηκώνουν οἱ λαοί στόν ὦμο τους ³ Καὶ πάνω τους ἡ μνήμη καίει ἄκαυτη βάτος . ² Μνήμη τοῦ λαοῦ μου σὲ λένε Πίνδο καὶ σὲ λένε Ἄθω. ¹ Ταράζεται ὁ καιρὸς κι ἀπ' τὰ πόδια τὶς μέρες κρεμάζει Ἀδειάζοντας μὲ πάταγο τὰ ὀστὰ τῶν ταπεινωμένων . Ποιοί, πῶς, πότε ἀνέβηκαν τὴν ἄβυσσο ; Ποιές, ποιῶν , πόσων οἱ στρατιές ; Τ' οὐρανοῦ τὸ πρόσωπο γυρίζει κι οἱ ἐχθροί μου ἔφυγαν μακριά. Μνήμη τοῦ λαοῦ μου σὲ λένε Πίνδο καὶ σὲ λένε Ἄθω. Ἐσὺ μόνη ἀπ' τὴν φτέρνα τὸν ἄντρα γνωρίζεις Ἐσὺ μόνη ἀπ' τὴν κόψη τῆς πέτρας μιλᾶς . Ἐσὺ τὴν ὄψη τῶν Ἁγίων ὀξύνεις Κι ἐσὺ στοῦ νεροῦ τῶν αἰώνων τὴν ἀκρη σύρεις Πασχαλιὰν ἀναστάσιμη! Ἀγγίζεις τὸν νοῦ μου καὶ πονεῖ τὸ βρέφος τῆς Ἄνοιξης Τιμωρεῖς τὸ χέρι μου καὶ στὰ σκότη λευκαίνεται . Πάντα περνᾶς τὴ φωτιὰ γιά νὰ φτάσεις τὴ λάμψη Πάντα τὴ λάμψη περνᾶς γιὰ νὰ φτάσεις ψηλά τὰ βουνὰ τὰ χιονόδοξα. Ὄμως τί τὰ βουνὰ; Ποιὸς καὶ τί στὰ βουνὰ ; Τὰ θεμέλιά μου στὰ βουνὰ ,καὶ τὰ βουνὰ σηκώνουν οἱ λαοί στόν ὦμο τους Καὶ πάνω τους ἡ μνήμη καίει ἄκαυτη βάτος . ________________________________________________________________________ Μὲ τὸ λύχνο τοῦ ἄστρου στοὺς οὐρανοὺς ἐβγήκα Στὸ ἀγιάζι των λειμώνων στὴ μόνη ἀκτὴ τοῦ κόσμου. Ποῦ νὰ βρῶ τὴ ψυχὴ μου τὸ τετράφυλλο δάκρυ; Λυπημένες μυρσίνες ἀσημωμένες ὕπνο Μοῦ ράντισαν τὴν ὄψη ,φυσῶ καὶ μόνος πάω Ποῦ νὰ βρῶ τὴ ψυχὴ μου τὸ τετράφυλλο δάκρυ; Ὁδηγὲ τῶν ἀκτίνων καὶ τῶν κοιτώνων Μάγε ἀγύρτη ποῦ γνωρίζεις τὸ μέλλον μίλησέ μου Ποῦ νὰ βρῶ τὴ ψυχὴ μου τὸ τετράφυλλο δάκρυ... __________________________________________________________________________ Ἡ Μεγάλη Ἔξοδος .Τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἔκαναν σύναξη μυστικὴ τὰ παιδιὰ Καὶ λάβανε τὴν ἀπόφαση -ἐπειδὴ τὰ κακὰ μαντάτα πλήθαιναν στὴν πρωτεύουσα , Νὰ βγοῦν ἔξω σὲ δρόμους καὶ σὲ πλατεῖες - μὲ τὸ μόνο πράγμα ποὺ τοὺς εἶχε ἀπομείνει Μία παλάμη τόπο κάτω ἀπὸ τ' ἀνοιχτὸ πουκάμισο μὲ τὶς μαῦρες τρίχες Καὶ τὸ σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου ὅπου εἶχε κράτος κι ἐξουσία ἠ ἄνοιξη. Καὶ ἐπειδὴ σίμωνε ἡ μέρα ποὺ τὸ Γένος εἶχε συνήθιο νὰ γιορτάζει τὸν ἄλλο Σηκωμό, Τὴ μέρα πάλι ἐκείνη ὁρίσανε γιὰ τὴν Ἔξοδο. Καὶ νωρὶς ἐβγήκανε καταμπροστὰ στὸν ἥλιο, Μὲ πάνου ὡς κάτου ἁπλωμένη τὴν ἀφοβιά σὰ σημαία, Οἱ νέοι μὲ τὰ πρησμένα πόδια ποὺ τοὺς ἔλεγαν ἀλῆτες. Καὶ ἀκολουθούσανε ἄντρες πολλοὶ, καὶ γυναῖκες , Καὶ λαβωμένοι μὲ τὸν ἐπίδεσμο καὶ τὰ δεκανίκια . Ὅπου ἔβλεπες ἄξαφνα στὴν ὄψη τους τόσες χαρακιές, Ποὺ 'λεγες εἴχανε περάσει μέρες πολλὲς Μέσα σὲ λίγην ὥρα ,τέτοιας λογῆς ἀποκοτιὲς. Ὡστόσο, μαθαίνοντας οἱ Ἄλλοι, σφόδρα ταράχτηκαν Καὶ φορὲς τρεῖς ἔχει μὲ τὸ μάτι ἀναμετρώντας λάβανε τὴν ἀπόφαση Νὰ βγοῦν ἔξω σὲ δρόμους καὶ σὲ πλατεῖες -μὲ τὸ μόνο πράγμα ποὺ τοὺς εἶχε ἀπομείνει Μία πήχη φωτιὰ κάτω ἀπ' τὰ σίδερα μὲ τὶς μαῦρες κάνες καὶ τὰ δὀντια τοῦ ἥλιου. ________________________________________________________________________________ Τῆς δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ ¹ Καὶ μυρσίνη ἐσὺ δοξαστική ² Μὴ παρακαλῶ σας, μὴ Λησμονᾶτε τὴν Χώρα μου. Ἀετόμορφα ἔχει τὰ ψηλὰ βουνὰ , ³ Στὰ ἡφαίστεια κλήματα σειρά ⁴ Καὶ τὰ σπίτια πιὸ λευκὰ Στοῦ γλαυκοῦ τὸ γειτόνεμα . Τῆς Ἀσίας ἄν ἀγγίζει ἀπὸ τὴν μιὰ, Τῆς Εὐρώπης λίγο ἄν ἀκουμπᾶ Στὸν αἰθέρα στέκει νὰ Καὶ στὴν θάλασσα μόνη της. ⁵ Καὶ δὲν εἶναι μήτε ξένου λογισμὸς Καὶ δικοῦ της ,μήτε άγάπη μιὰ, Μόνο πένθος ἄχ παντοῦ , Καὶ τὸ φῶς ἀνελέητο. ⁶ Τὰ πικρὰ μου χέρια μὲ τὸν κεραυνὸ ⁷ Τὰ γυρίζω πίσω ἀπ' τὸν καιρὸ Τοὺς παλιοὺς μου φίλους καλῶ Μὲ φοβέρες καὶ μ' αἵματα. ⁸
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου